Ο Θάνατος της Παιδαγωγικής ή η Απώλεια της Σχέσης;

Ο «θάνατος της παιδαγωγικής» θα επέλθει μόνο αν επιτρέψουμε στη δικονομία να αντικαταστήσει οριστικά την ενσυναίσθηση και στη σιωπή της εισαγγελικής αναφοράς να πνίξει τον ζωντανό διάλογο μεταξύ εκπαιδευτικού, μαθητή και γονέα.
Ο Θάνατος της Παιδαγωγικής ή η Απώλεια της Σχέσης;
Ευάγγελος Κελεσίδης
Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης
Η παιδαγωγική πράξη, ως έννοια και βίωμα, δεν υπήρξε ποτέ μια στείρα διαδικασία μεταφοράς πληροφοριών ή μια τυπική εφαρμογή πειθαρχικών κανόνων. Από την αρχαιότητα, όπου ο «παιδαγωγός» ήταν ο έμπιστος συνοδός που περπατούσε πλάι στο παιδί καθοδηγώντας το ήθος του, η εκπαίδευση ορίστηκε ως μια βαθιά οντολογική συνοδοιπορία. Στον πυρήνα της, η παιδαγωγική είναι η ιστορία μιας σχέσης, είναι η τέχνη του «συνανήκειν» σε έναν κοινό χώρο μάθησης, όπου η εμπιστοσύνη αποτελεί το θεμέλιο και η επικοινωνία το μοναδικό αυθεντικό εργαλείο μεταμόρφωσης. Αυτή η θεωρητική κατασκευή της παιδαγωγικής ως «σχέσης» διαμορφώθηκε στη διάρκεια αιώνων μέσα από τα προτάγματα των μεγάλων δασκάλων. Από τον Pestalozzi, που έθεσε την «παιδαγωγική της καρδιάς» ως προϋπόθεση για κάθε νοητική ανάπτυξη, μέχρι τον Rousseau που υπερασπίστηκε την ελευθερία της φύσης, και τον Korczak που θεσμοθέτησε τον απόλυτο σεβασμό στην προσωπικότητα του παιδιού, το μήνυμα ήταν ενιαίο: η παιδαγωγική δικαιοδοσία πηγάζει από τη σχέση, όχι από την εξουσία.
Σήμερα, όμως, αυτή η θεμελιώδης αρχή κλονίζεται συθέμελα, καθώς η παιδαγωγική σχέση αντικαθίσταται από τη γραφειοκρατική «διαδικασία» και η παιδαγωγική ευθύνη από τη «παραπομπή». Παρατηρούμε μια ανησυχητική τάση όπου το σχολείο, αδυνατώντας να αντέξει το βάρος των σύγχρονων καταστάσεων, επιλέγει να «εξάγει» τα προβλήματά του σε εξωτερικούς φορείς. Όταν μια δύσκολη συμπεριφορά ενός μαθητή ή μια δυσλειτουργία στις σχέσεις σχολείου-οικογένειας παραπέμπεται άμεσα σε ψυχολόγους, ψυχιάτρους ή, ακόμη χειρότερα, στην εισαγγελία ανηλίκων, συμβαίνει μια βίαιη αποπροσωποποίηση. Το παιδί παύει να αντιμετωπίζεται ως μια ύπαρξη σε εξέλιξη που αναζητά όρια και νόημα μέσα στο οικείο περιβάλλον της τάξης, και μετατρέπεται σε έναν «φάκελο» προς διεκπεραίωση από τρίτους «ειδικούς». Η καταφυγή στη δικαστική οδό για ζητήματα που άπτονται της καθημερινής παιδαγωγικής διαχείρισης αποτελεί την έσχατη ομολογία ότι η εμπιστοσύνη, που αποτελεί το «καύσιμο» της εκπαίδευσης, έχει στερέψει.
Αυτή η στροφή προς την ποινικοποίηση δημιουργεί μια νέα, ψυχρή πραγματικότητα, όπου η «διαχείριση του ρίσκου» υπερτερεί της παιδαγωγικής παρέμβασης. Εκπαιδευτικοί και γονείς, οχυρωμένοι πίσω από το τυπικό δίκαιο και την απειλή καταγγελιών, παύουν να λειτουργούν ως σύμμαχοι στο κοινό έργο της ανατροφής. Η ποινικοποίηση των σχέσεων μετατρέπει το σχολείο σε έναν χώρο καχυποψίας, όπου κάθε λέξη ή πράξη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικογραφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η παιδαγωγική της παρουσίας —η δέσμευση του δασκάλου να παραμείνει παρών στη δυσκολία του μαθητή— υποχωρεί μπροστά στον φόβο της ευθύνης. Η ευκολία με την οποία οι γονείς καταγγέλλουν εκπαιδευτικούς για ζητήματα καθημερινής διαπαιδαγώγησης (π.χ. γιατί έκανε παρατήρηση στο παιδί) ή τα σχολεία προσφεύγουν στην εισαγγελία για τις συμπεριφορές του παιδιού, ακόμα και για λειτουργικά ζητήματα (π.χ. μείωση του αριθμού των τμημάτων), φανερώνει μια κοινωνία που έχει χάσει την ικανότητα να διαλέγεται και να επιλύει τις διαφορές της εντός της κοινότητας.
Τα αποτελέσματα αυτής της αποστασιοποιημένης λειτουργίας, όπου η παιδαγωγική πράξη απογυμνώνεται από το σχεσιακό της βάθος, τα βλέπουμε ήδη να καθρεφτίζονται με τον πιο σκληρό τρόπο στην κοινωνία. Η σταδιακή απόσυρση του σχολείου από τον ρόλο του ηθικού και συναισθηματικού διαμορφωτή αφήνει πίσω της ένα αξιακό κενό, το οποίο συχνά συμπληρώνεται από την επιθετικότητα.
Η έξαρση της βίας μεταξύ συνομιλήκων, μέσα και έξω από το σχολείο, η αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής και της έμφυλης βίας, καθώς και η γενικευμένη δυσκολία των ανθρώπων να συνάψουν και να διατηρήσουν υγιείς σχέσεις, δεν είναι ανεξάρτητα από την κρίση της παιδαγωγικής. Όταν το εκπαιδευτικό σύστημα διδάσκει —έστω και σιωπηρά— ότι οι διαφωνίες επιλύονται με αναφορές και οι δυσκολίες με ανάθεση σε ειδικούς, τότε οι αυριανοί πολίτες στερούνται τα εργαλεία της ενσυναίσθησης, της ανεκτικότητας και της ειρηνικής συνύπαρξης, καθώς δεν τα διδάσκονται ποτέ.
Ο «θάνατος της παιδαγωγικής» μπορεί να είναι μια υπερβολή, αλλά η κρίση της είναι πραγματική. Δεν πεθαίνει η τέχνη του να αγγίζεις ψυχές, αλλά ο χώρος που της επιτρεπόταν να αναπνέει. Όταν η τάξη γίνεται χώρος καταγραφής συμπτωμάτων και το σχολείο, από χώρος παιδαγωγικών συζητήσεων μετατρέπεται σε γραφείο ανάθεσης παιδαγωγικών συμπεριφορών, χάνουμε κάτι θεμελιώδες, την πεποίθηση ότι η ανθρώπινη αλλαγή είναι δυνατή μέσα από τη σχέση, την υπομονή και την κοινή προσπάθεια.
Αν το μέλλον της παιδαγωγικής πρόκειται να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αστυνόμευση της ανηλικότητας, οφείλουμε να αναστοχαστούμε πάνω στην αξία του παιδαγωγικού δεσμού. Η επιστροφή στις αρχές των μεγάλων παιδαγωγών δεν είναι μια ρομαντική οπισθοδρόμηση, αλλά μια αναγκαία πολιτική και ηθική πράξη. Σημαίνει την αναγνώριση ότι η συμπεριφορά είναι μια γλώσσα που απαιτεί ερμηνεία και όχι μια βλάβη που απαιτεί επισκευή. Το διακύβευμα για το αύριο είναι η ανάκτηση της αυτονομίας της σχολικής αίθουσας ως ενός «ιερού» χώρου, όπου το λάθος επιτρέπεται και η σύγκρουση μεταβολίζεται σε μάθηση μέσω της διαμεσολάβησης.
Το μέλλον της παιδαγωγικής δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ιατρικό ή νομικό, αλλά να παραμείνει η ηθική πρακτική που κρατάει το παιδί μέσα στην κοινότητα, που μετατρέπει τη σύγκρουση σε μάθημα, που δεν φοβάται την αβεβαιότητα αλλά την αγκαλιάζει ως μέρος της ανάπτυξης. Οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να είναι μόνοι τους, πρέπει να στηριχθούν από την Πολιτεία, αλλά ούτε πρέπει να εγκαταλείπουν την ευθύνη τους σε άλλους. Η αναφορά στην εισαγγελία ή η άμεση παραπομπή αλλού για συμπεριφορικές δυσκολίες είναι συμπτώματα μιας κοινωνίας που έχει ξεχάσει πώς να μιλάει, πώς να συγχωρεί, πώς να μεγαλώνει μαζί.
Η παιδαγωγική δεν θα πεθάνει όσο υπάρχει έστω ένας εκπαιδευτικός που επιλέγει να δει πίσω από την ετικέτα, που προτιμά τον διάλογο από την καταγγελία, που πιστεύει ότι το σχολείο είναι ακόμα τόπος όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν να είναι άνθρωποι. Το μέλλον της δεν είναι εξασφαλισμένο, αλλά είναι δυνατόν. Αρκεί να θυμόμαστε ότι η αγωγή δεν είναι τεχνική διαχείρισης, αλλά πράξη ελπίδας. Και η ελπίδα, όπως έλεγε ο Μπλοχ, δεν είναι παθητική αναμονή, αλλά ενεργητική προσδοκία που χτίζεται με τα χέρια της ευθύνης.
Ο «θάνατος της παιδαγωγικής» θα επέλθει μόνο αν επιτρέψουμε στη δικονομία να αντικαταστήσει οριστικά την ενσυναίσθηση και στη σιωπή της εισαγγελικής αναφοράς να πνίξει τον ζωντανό διάλογο μεταξύ εκπαιδευτικού, μαθητή και γονέα.































