Άθυρμα
Άθυρμα
Η λέξη άθυρμα γενικά σημαίνει παιχνίδι ή παίγνιο. Εκτός από το παιχνίδι, ο λεκτικός τύπος είχε να κάνει με την τέρψη και τη χαρά ενώ μόνο στον πληθυντικό (τα αθύρματα) είναι τα στολίδια, τα κοσμήματα. Μεταφορικά λειτουργεί μειωτικά -ο άνθρωπος που δεν έχει πρωτοβουλία, που είναι άβουλος, που είναι παίγνιο άλλου προσώπου ή καταστάσεων-.
Ετυμολογία
άθυρμα, το (ουσ.) (γεν. αθύρματος) [< αθύρω = πα[ζω]
Σημασία
1. παιδικό παιχνίδι
2. (μτφ.) άνθρωπος που τον μεταχειρίζονται όπως θέλουν, αυτός που δεν έχει ισχυρή θέληση, έρμαιο, όργανο, θύμα των άλλων: κατάντησε άθυρμα του εργοδότη του, άθυρμα της μοίρας.
Συνώνυμα
Παιχνίδι
Ψυχαγωγία
Παίγνιο
Άβουλο όργανο
Ανδρείκελο
Έρμαιο
Επίσης συναντάμε τις λέξεις:
άθυρσις= η παιδιά (με τη σημασία του υπαίθριου παιδικού παιχνιδιού), το παιχνίδι, ο αθυρματοποιός και ως ουσιαστικό η αθυρματοποιία. Όταν λοιπόν κάποιος μας παίζει στα δάκτυλα, εμείς είμαστε το άθυρμά του και αυτός ο αθυρματοποιός.
Επίσης, σκαλάθυρμα (σκάλλω = σκαλίζω + αθύρω) ήταν το άτεχνο, βιαστικό λογοτεχνικό έργο, που γινόταν χωρίς προσοχή, χωρίς φροντίδα, προχειρολόγημα θα το αποκαλούσαμε τώρα.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκφραση είναι: Το άθυρμα της μοίρας. Δηλαδή το παιχνίδι της ειμαρμένης.
Δείτε επίσης – Πομφόλυγα
Διάβασε όλες τις σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις στο eDNews
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησέ μας στο X , στο Viber, στο Google News και στο Instagram
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Μοιράσου το άρθρο μας
| Αν η εικόνα υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα παρακαλούμε να μας ενημερώσετε για να την αντικαταστήσουμε. – If the images are subjected to copyright contact us in order to replace them. |






























